Ο Μυκηναϊκός Θολωτός Τάφος του Γεωργικού – Ξυνονερίου στην Καρδίτσα

Το Ξυνονέρι (υψόμ. 150μ) απέχει από την Καρδίτσα 8 χλμ, ενώ η πρώτη του ονομασία ήταν Ζουλευκάρι υπό το όνομα αυτό αναγνωρίστηκε ως κοινότητα το 1912, για να μετονομαστεί σε Ξυνονέρι το 1927. Αποτελεί τοπική κοινότητα της Δημοτικής Ενότητας Μητρόπολης.

Ο Oικισμός της Τουρκοκρατίας, με καλή ρυμοτομία και ωραία κεντρική πλατεία. Στο δυτικό του άκρο υπάρχει ένα ωραίο δασύλλιο με αιωνόβια δέντρα, το οποίο αποτελεί ανεκτίμητο θησαυρό, ιδιαίτερα κατά τους θερινούς μήνες.

Ο οικισμός

Το Ξυνονέρι φέρεται να ιδρύθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα. Οι 600 περίπου κάτοικοι του κατά κύριο λόγο από τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Στον οικισμό σώζονται κάποια διώροφα πλινθόκτιστα και πέτρινα κτήρια, μάρτυρες παλαιότερης τοπικής αρχιτεκτονικής παράδοσης, ενώ στα νότια του χωριού υπάρχει δάσος περίπου 300 στρεμμάτων με αξιόλογη πανίδα. Στα όρια των οικισμών Ξυνονερίου – Γεωργικού βρίσκεται θολωτός μυκηναϊκός τάφος του 13ου – 12ου αιώνα π.Χ, ο οποίος αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα αρχαιολογικά μνημεία του νομού Καρδίτσας αλλά και ένα από τα καλύτερα διατηρημένα ταφικά κτίσματα ολόκληρης της Θεσσαλίας, καθώς διατηρεί ακέραιο τον κυκλικό θάλαμο και τη θόλο του (μετά την αποκατάσταση).

Στην ευρύτερη περιοχή της αρχαίας Μητρόπολης έχουν βρεθεί δύο από τα σπουδαιότερα μνημεία του νομού Καρδίτσας αλλά και της Θεσσαλίας γενικότερα. Πρόκειται για το μυκηναϊκό θολωτό τάφο Γεωργικού – Ξινονερίου και τον αρχαϊκό ναό του Απόλλωνα στα “Λιανοκόκκαλα” Μοσχάτου.

Στα όρια των κτηματικών εκτάσεων των Δημοτικών Διαμερισμάτων Γεωργικού και Ξινονερίου, 2,00 χλμ. νοτιοανατολικά της Μητρόπολης και 5,00 χλμ. νοτιοδυτικά της Καρδίτσας, στη θέση “Κούφια Ράχη” βρίσκεται ο μεγάλος μυκηναϊκός θολωτός τάφος. Ο τάφος, που είναι από τα καλύτερα διατηρημένα μνημεία της Θεσσαλίας, κατασκευάστηκε στον τελευταίο χαμηλό λόφο μιας λοφοσειράς που αρχίζει από την πεδιάδα και ενώνεται με τον ορεινό όγκο των Αγράφων στα δυτικά.

Ο Αρχαιολογικός χώρος

Στον κηρυγμένο αρχαιολογικό χώρο υπάρχει πρόσβαση από αγροτικούς δρόμους τόσο από το Γεωργικό όσο και από το Ξινονέρι. Ο μυκηναϊκός θολωτός τάφος θεωρείται από τους πιο πρώιμους, απαντά δε από τη μεταβατική φάση. Αποτελείται από τρία βασικά μέρη: το δρόμο, δηλαδή το διάδρομο πρόσβασης, το στόμιο (την είσοδο) και τον κτιστό νεκρικό θάλαμο, κυκλικής κάτοψης. Ο θάλαμος καλύπτεται με τη θόλο που οικοδομείται κατά τον εκφορικό τρόπο.

Ο τάφος αποκαλύφθηκε συλημένος το 1917 από συνεργεία εργατών, τα οποία αφαιρούσαν λίθους από το λόφο για οικοδόμηση. Τότε δε έγινε και η πρώτη ανασκαφική έρευνα (Απ. Αρβανιτόπουλος, Έφορος Αρχαιοτήτων Θεσσαλίας). Ύστερα από σαράντα περίπου χρόνια, εξαιτίας αρχαιοκαπηλικής δραστηριότητας κατά την οποία καταστράφηκε μέρος της θόλου, ερευνήθηκε τμήμα της εσωτερικής επίχωσης του τάφου (Δημ. Ρ. Θεοχάρης), όπου βρέθηκαν θραύσματα αμαυρόχρωμων αγγείων της υστεροελλαδικής I περιόδου, κατά τον ανασκαφέα. Αργότερα ο τάφος χρονολογήθηκε στην υστεροελλαδική ΙΙΙΒ-Γ περίοδο (13ος – 12ος αι. π.Χ.).

Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 το μνημείο αυτό εντάχθηκε στο Δίκτυο των Πολιτιστικών Διαδρομών της Δυτικής Θεσσαλίας του Β’ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης, οπότε άρχισε νέα ανασκαφική δραστηριότητα (Μπ. Ιντζεσίλογλου).

Από το εντυπωσιακό αυτό μνημείο σώζεται ακέραιος ο κυκλικός θάλαμος και η θόλος, μετά την αποκατάσταση. Έχουν δε διάμετρο και ύψος, αντίστοιχα, 8,80 μ.. Η είσοδος προς το θάλαμο έχει πλάτος 2,40 μ., μήκος 10,35 μ. και εν μέρει είναι στεγασμένη με τεράστιες πλάκες. Αν και ο τάφος ήταν συλημένος, εντούτοις στο εσωτερικό του βρέθηκαν ορισμένα μικρά μεν αλλά αξιόλογα αντικείμενα, όπως ένας χρυσός δακτύλιος, στη σφενδόνη του οποίου υπάρχει έγγλυφη παράσταση δυο γρυπών που επιτίθενται σε αίγαγρο.

Το πιο σημαντικό όμως για το μνημείο και την ιστορία είναι το γεγονός ότι έξω από τον τάφο βρέθηκαν εκτεταμένοι λιθοσωροί με πολλές ποταμίσιες πέτρες. Κάτω από τις κροκάλες, μετά την αφαίρεσή τους, βρέθηκαν μικρά αγγεία, πήλινα ειδώλια και πλακίδια ιππέων και άλλα ειδώλια ανδρών και γυναικών. Αυτό οδήγησε τον ανασκαφέα στο συμπέρασμα της χρήσης του χώρου ως ιερού των προγόνων από τις αρχές του 5ου αι. π.Χ. και μετά. Η ύπαρξη ανάλογων ιερών, τα οποία συνδέονται με την παρουσία θολωτών μυκηναϊκών τάφων, είναι γνωστή στη νοτιότερη Ελλάδα, σχετίζονται δε με την ύπαρξη πλούσιας τοπικής μυθολογικής παράδοσης.

Αίατας

Στην προκειμένη περίπτωση, ένα τμήμα ενεπίγραφου κεραμιδιού – με την επιγραφή ΑΙΑΤΙΕΙΟΝ – που βρέθηκε στον αρχαιολογικό χώρο κατά την ανασκαφική έρευνα, συνδέει τη δημιουργία του ιερού αυτού με το μυθικό πρόσωπο του Αιάτου.

Ο Αίατος, ο πατέρας του Θεσσαλού, θεωρείται από τις πηγές ο γενάρχης του θεσσαλικού έθνους, συνδέεται δε με την άφιξη από την Ήπειρο στη Θεσσαλία των τελευταίων προθεσσαλικών φύλων. Σύμφωνα με το μύθο ο Αίατος, που ήταν γιος του Φειδίππου και καταγόταν από τους Ηρακλείδες, μαζί με την αδελφή του την Πολύκλεια εκστράτευσαν από τη χώρα τους δυτικά του Αχελώου ποταμού κατά των Βοιωτών, οι οποίοι ζούσαν στην περιοχή τής μετέπειτα ονομασθείσης Θεσσαλίας. Υπήρχε χρησμός κατά τον οποίο, όποιος από το γένος τους θα πατούσε πρώτος στην εχθρική γη πέρα από τον Αχελώο, αυτός θα γινόταν βασιλιάς της.

Αφού η στρατιά τους είχε φθάσει στον ποταμό και ήταν έτοιμοι να τον διαβούν, η Πολύκλεια προφασίστηκε τραυματισμό της και ζήτησε από τον αδελφό της Αίατο να την περάσει στην απέναντι όχθη. Ο Αίατος για να βοηθήσει την αδελφή του την πήρε στην αγκαλιά του και προχώρησε στον ποταμό. Όταν όμως έφθαναν κοντά στην όχθη, η Πολύκλεια πήδηξε στη γη και του είπε πως σύμφωνα με το χρησμό η νέα χώρα τώρα θα ανήκε σ’ αυτήν. Ο Αίατος, παρότι εξαπατήθηκε, δεν θύμωσε, αλλά αντίθετα θαύμασε την πονηριά της, την παντρεύτηκε και κυριάρχησαν στη χώρα, η οποία από τον γιο τους τον Θεσσαλό ονομάστηκε Θεσσαλία.

Το παρόν άρθρο άντλησε πληροφορίες από εδώ.

Μοιραστείτε το: